ΠΟΣΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΧΕΙ ΑΚΡΙΒΥΝΕΙ ΕΝΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;

Μια ανάλυση με τέσσερις αναλυτικούς σταθμούς -και ο αριθμός που αλλάζει τα πάντα.

ΔΗΜΟΣΙΕΎΣΕΙΣ

Βασίλης Αστεριάδης

9/30/20261 λεπτά ανάγνωσης

Λίγο πριν την έλευση της νέας χιλιετίας πίσω στο μακρινό 1999 η νοοτροπία της μέσης Ελληνικής οικογένειας ήταν απλή σαν συνταγή φαγητού: «κάθε μήνα βάζεις λίγα στην άκρη, αίτηση για στεγαστικό δάνειο ή γραμμάτια με τον κατασκευαστή και αγοράζεις ακίνητο, έχεις το σπίτι σου». Όχι δεν ήταν αφελής σκέψη — ήταν ρεαλισμός, γιατί τα νούμερα τότε την υποστήριζαν.

Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, η ίδια φράση ακούγεται σχεδόν σαν ανέκδοτο. Τα νούμερα πλέον δεν μπορούν να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο και ιδιαίτερα οι νέοι απομακρύνονται, χωρίς να έχουν επιλογή από την αγορά ακινήτου — και αξίζει να δούμε γιατί.

2000: το έτος που η εξίσωση ακόμα έβγαινε

Πάμε πίσω λοιπόν στην στην Αθήνα του 2000 — μόλις τέσσερα χρόνια πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες τότε που ΔΕΝ είχαμε μετρό, η αττική οδός λειτουργούσε μόνο ένα μικρό τμήμα της και λίγο πριν η χώρα μπει στο ευρώ για τους νεότερους, ναι, είχαμε δραχμές και υπήρχε αισιοδοξία ανάπτυξης. Με αριθμούς αυτό σήμαινε ότι ένα τυπικό νεόδμητο διαμέρισμα 70 τετραγωνικών σε μεσαία περιοχή κόστιζε περίπου 85.000 ευρώ για τους άνω των 40 κάτι λιγότερο από 29.000.000 δρχ ταυτόχρονα ο μέσος ετήσιος μισθός ήταν κοντά στα 13.500 ευρώ μικτά 4.600.000 δρχ.

Αν ένας εργαζόμενος διέθετε το 40% των αποδοχών του για τη στέγαση — ένα ποσοστό που οι τράπεζες θεωρούν «λογικό» και σήμερα — θα χρειαζόταν περίπου 16 χρόνια για να αποπληρώσει το ακίνητο. Πολύ; Ναι. Αλλά εφικτό καθώς το κόστος ζωής τότε το επέτρεπε, όχι δεν περίσσευαν τόσα πολλά αλλά με μια μικρή πειθαρχία ήταν πραγματικότητα και άξιζε καθώς θα είχες δικό σου αποπληρωμένο σπίτι πριν τα παιδιά τελειώσουν στο σχολείο.

η συνέχεια του άρθρου εδώ

"Πάντα ο στόχος μου είναι να επιλέξουμε το κατάλληλο ακίνητο, αναλύοντας τα στοιχεία της τρέχουσας κτηματαγοράς (αποτυπώνοντας το ρίσκο της, κάθε, επένδυσης) πάντα με βάση τις ανάγκες σας"